14 Απριλίου 1944, Μ. Παρασκευή
Στο κοντινό χωριό Αβόρανη, αχάραγα ακόμα, μια μάνα, χωμένη στις στάχτες του τζακιού πάλευε ν΄ανάψει τη φωτιά. Ξημέρωνε Μεγάλη Παρασκευή, κι όπως το καλεί ο χαρακτήρας της μέρας, ήταν θλιμμένη. Ψιλόβρεχε. Ξάφνου ριπές όπλων έσχισαν την ησυχία της αυγής κι έφτασαν ως τ΄ αυτιά της κι ακόμα πέρα.
Πετάχτηκε όρθια αλαφιασμένη κι έπιασε το κεφαλομάντηλο που ΄χε γλιστρήσει στους ώμους της.
Στο κοντινό χωριό Αβόρανη, αχάραγα ακόμα, μια μάνα, χωμένη στις στάχτες του τζακιού πάλευε ν΄ανάψει τη φωτιά. Ξημέρωνε Μεγάλη Παρασκευή, κι όπως το καλεί ο χαρακτήρας της μέρας, ήταν θλιμμένη. Ψιλόβρεχε. Ξάφνου ριπές όπλων έσχισαν την ησυχία της αυγής κι έφτασαν ως τ΄ αυτιά της κι ακόμα πέρα.
Πετάχτηκε όρθια αλαφιασμένη κι έπιασε το κεφαλομάντηλο που ΄χε γλιστρήσει στους ώμους της.












.jpg)




