Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

«Πολεμώντας για τον τουρκισμό έμαθε ότι είναι Έλληνας»! Μια εκπληκτική ιστορία

Του Μεχμέτ Γκιοτσεκλί
Από τις εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ
Ήταν ένας νέος από τον Πόντο που πίστευε ότι «πρέπει να υπερασπιστεί την πατρίδα απέναντι στην τρομοκρατία». Όμως η ζωή τα έφερε έτσι που πρώτα έγινε ακτιβιστής της ειρήνης και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο μαρτυρικό Ρομπόσκι.
Ο νέος που πήγε στο στρατό εθελοντής, που πήγε εθελοντής καταδρομέας, που αντί της Κύπρου όπου θα περνούσε μια καλή και ξεκούραστη θητεία, προτίμησε να πάει στο Κουρδιστάν όπου γίνεται πόλεμος, τώρα προσέφυγε στο αρμόδιο δικαστήριο για να αλλάξει το όνομά του από Ιμπραχίμ Γιαϊλαλί σε Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί.
Ο Ιμπραχίμ Γιαϊλαλί τραυματίστηκε το 1994 σε μια μάχη με τους αντάρτες του ΡΚΚ και αιχμαλωτίστηκε. Έμεινε αιχμάλωτος στα χέρια των ανταρτών δύο χρόνια και τρεις μήνες. Από τον όγδοο μήνα της αιχμαλωσίας του άρχισε να μετατρέπεται σε αρνητή του πολέμου και ακτιβιστή της ειρήνης.
Μετά την απελευθέρωσή του από τους αντάρτες του ΡΚΚ πέρασε από δίκη και καταδικάστηκε, με αποτέλεσμα να παραμείνει στις τουρκικές φυλακές επί 3,5 μήνες. Όσο ήταν αιχμάλωτος στα χέρια του ΡΚΚ, το τουρκικό κράτος πήγε στην οικογένειά του και είπε: «Μην μιλάτε πολύ γι’ αυτό το γεγονός, γιατί γνωρίζουμε ότι είστε Έλληνες»!
Πήγε στον πόλεμο για να υπερασπιστεί τον τουρκισμό και τραυματίστηκε. Αν πέθαινε, θα τον ανακήρυσσαν ιερομάρτυρα (σεχίτ). Μόλις έπεσε τραυματισμένος στα χέρια των ανταρτών, είπαν στην οικογένειά του ότι είναι Έλληνες και ότι δεν θα πρέπει να μιλούν δημοσίως για το γεγονός, για να μην διαπομπευθούν με τη δημοσιοποίηση της καταγωγής τους. Αυτή είναι η Τουρκία.
Βρήκαμε και μιλήσαμε με τον Ιμπραχίμ Γιαϊλαλί, ο οποίος συμμετείχε στην πορεία ειρήνης που κράτησε 50 ημέρες, από το Ρομπόσκι (όπου έχει εγκατασταθεί μόνιμα) στην Άγκυρα, και τώρα θέλει να πάρει το όνομα Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί.

Η οικογένειά σας ήξερε ότι είστε ελληνικής καταγωγής;

Η μητέρα μου χρησιμοποιούσε με τον πατέρα μου τη λέξη «ντονμέ», όμως εγώ δεν έψαξα ποτέ να μάθω τι σημαίνει αυτή η λέξη. Η μάνα μου έλεγε τον πατέρα μου «ντονμέ», όμως ποτέ δεν μας είπε τι είναι αυτό το πράγμα. Πιο μετά έμαθα ότι η αδελφή του πατέρα μου είχε πει στη μητέρα μου την ιστορία της οικογένειας. Στη συνέχεια όμως αυτή η ιστορία έμεινε κρυφή. Όταν τα αδέλφια δόθηκαν σε τουρκική οικογένεια, το θέμα τελείωσε. Εμείς δεν γνωρίζαμε τίποτα. Το γεγονός ίσως να έμεινε κρυφό από φόβο, ίσως από απόρριψη. Γιατί για μας εκεί το να μην είσαι μουσουλμάνος είναι ισοδύναμο με βρισιά. Γι’ αυτό δεν συζητήθηκε ποτέ τίποτα μέσα στην οικογένεια για το θέμα της καταγωγής μας.

Και πώς έμαθες εσύ ότι είσαι Έλληνας;

Όταν έπεσα αιχμάλωτος στα χέρια του ΡΚΚ, τον Σεπτέμβριο του 1994. Πήγα στο στρατό τον Απρίλιο. Παρουσιάστηκα στη Σπάρτη (της Πισιδίας) και μετατέθηκα στη Διοίκηση Στρατοχωροφυλακής του Μαρντίν. Μετά από 25 μέρες μας στείλανε στα όρη Γκαμπάρ. Ήταν μεγάλη ανάγκη, γι’ αυτό έστειλαν στρατιώτες με μόλις 25 ημέρες στη μονάδα. Όταν πήγαμε στην περιοχή Γκαμπάρ, τα περισσότερα χωριά είχαν εκκενωθεί. Τότε ήταν η περίοδος που ο στρατός εισέβαλλε στα χωριά και τα έκαιγε. Τότε το κράτος ασκούσε πίεση στους χωρικούς, για να αποδείξει και να επιβάλει τη δύναμή του. Όταν πήγα στην περιοχή, έγινα μάρτυρας τέτοιων καταστάσεων.
Μετά από 45 μέρες έγινε μια μάχη στην περιοχή Κέλα Μεχμέτ. Υπήρχαν τριάντα νεκροί στρατιώτες. Ζήτησαν ενίσχυση και έστειλαν τη μονάδα μας, που ήταν πολύ φημισμένη, αφού ζούσαμε συνεχώς στα βουνά, όπως οι αντάρτες.
Πήγαμε στην περιοχή Κέλα Μεχμέτ και κάναμε αναγνωρίσεις για δύο μέρες. Ήμουν στην ομάδα αναγνωρίσεως. Την τρίτη μέρα οι (Κούρδοι) πολιτοφύλακες μας είπαν «εντοπίσαμε αντάρτες». Τότε δεν εμπιστευόμασταν τους πολιτοφύλακες, γιατί κι αυτοί αναγκάζονταν να πάρουν όπλα και να βοηθήσουν το κράτος, αφού προηγουμένως τους καίγαμε τα σπαρτά και τους τρομοκρατούσαμε. Έτσι οι πολιτοφύλακες απέφευγαν και δεν ήθελαν να συμμετέχουν στις μάχες.

«Ήμουν εχθρός των Κούρδων»

Εσύ τι στάση τηρούσες; Οι πολιτοφύλακες δεν ήθελαν να συμμετέχουν στη μάχη κι εσύ ήσουν στην εμπροσθοφυλακή, στην πρώτη γραμμή;
Η δική μου στάση καθοριζόταν από την ιδεολογία μου, η οποία ήταν η υπεράσπιση της τουρκικής σημαίας και του τουρκισμού. Γι’ αυτό πήγα εθελοντής στο στρατολογικό γραφείο και έγινα καταδρομέας. Όταν ήμουν νεοσύλλεκτος μας είπαν να δηλώσουμε να πάμε στην Κύπρο. Εγώ δεν δήλωσα και μου είπαν: «Μα τι κάνεις, εκεί θα περάσουμε καλά». Τότε εγώ είπα ότι θέλω να πάω στον πόλεμο εναντίον του ΡΚΚ. Ήμουν εχθρός των Κούρδων και υπέρ του έθνους και της πατρίδας.
Την τρίτη μέρα κάναμε αναγνωρίσεις στην περιοχή Κέλα Μεχμέτ. Δεν βρήκαμε τίποτα και αποφασίσαμε να επιστρέψουμε. Στο δρομολόγιο της επιστροφής, μόλις άρχισε να βραδιάζει, δεχτήκαμε ξαφνικά πυρά από τρεις κατευθύνσεις. Δεν πυροβολούσαν για να μας σκοτώσουν. Αυτό κατάλαβα. Οι αντάρτες χρησιμοποιούσαν τα όπλα για αυτοάμυνα και όχι για να σκοτώνουν. Ήξεραν ότι τα φέρετρα με τους νεκρούς στρατιώτες τροφοδοτούσαν με επιχειρήματα το σύστημα που ήθελε τον πόλεμο.
Κάποια στιγμή ένιωσα μια σφαίρα να καρφώνεται στο δεξί μου πόδι. Στην αρχή δεν με ενοχλούσε, όμως κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορώ να περπατήσω. Πέσαμε σε ενέδρα και προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε. Σε κάποιο σημείο γλίστρησα και έπεσα σε μια χαράδρα. Με προστάτεψε το σακίδιό μου.
Είμαι ο Ιμπραχίμ Γιαϊλαλί. Είμαι θύμα του πολέμου που συνεχίζεται [στο Κουρδιστάν]. Το 1994, ενώ υπηρετούσα σε μια μονάδα κομάντο του τουρκικού στρατού στο Σίρνακ, σε μια μάχη τραυματίστηκα και έπεσα αιχμάλωτος στα χέρια του ΡΚΚ. Ενημέρωσα την οικογένειά μου ότι είμαι αιχμάλωτος και οι δικοί μου πήγαν στο στρατολογικό γραφείο [της Παύρας του Πόντου]. Εκεί οι αρμόδιοι τους είπαν «δεν υπάρχει τέτοιος στρατιώτης καταγεγραμμένος στις τάξεις του τουρκικού στρατού». Όταν άρχισε η οικογένειά μου να αναζητεί λύση για την επιστροφή μου στο σπίτι, κι όταν άρχισα να δηλώνω αντίθετος με τον πόλεμο, οι Δυνάμεις Ασφαλείας τους προειδοποίησαν λέγοντας: «Έχουμε ερευνήσει την οικογένειά σας και ξέρουμε ότι είστε Έλληνες. Αν συνεχίσετε να αναζητείτε τρόπους για την επιστροφή του γιου σας, θα έχετε προβλήματα».
Αν πέθαινα, θα παρέμενα Τούρκος. Όταν όμως η οικογένειά μου αναζητούσε τρόπους επιστροφής μου και άρχισε να ενοχλεί το κράτος, τότε ανακάλυψαν ότι είμαι «Έλληνας». Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, μετά από αιχμαλωσία δύο ετών και τριών μηνών, και όταν άρχισα να κάνω δηλώσεις εναντίον του πολέμου, βασανίστηκα και καταδικάστηκα, μένοντας σε στρατιωτική φυλακή για 3,5 μήνες. Μετά τη φυλακή ξαναπήγα στο στρατό και υπηρέτησα και πάλι σε μονάδα καταδρομών.
Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου μετά το τέλος της θητείας μου, από όποια δουλειά κι αν δούλεψα εκδιώχτηκα κατόπιν εντολών των… αρμόδιων Αρχών, οι οποίες εισέβαλαν στο σπίτι μου αλλεπάλληλες φορές.
Όταν συνήλθα, δεν είδα κανέναν δίπλα μου. Το όπλο μου, ένα G3, ήταν δίπλα μου, αλλά δεν δούλευε. Έλεγξα τις χειροβομβίδες μου, εκείνες ήταν εντάξει. Τραβήχτηκα σε μια γωνιά και διαπίστωσα μέσα στο σκοτάδι ότι το δεξί μου πόδι είχε κομματιαστεί. Έβγαλα τη φανέλα μου και έδεσα όπως μπορούσα το πόδι μου. Ξεκουράστηκα και περίμενα τους στρατιώτες. Κάποια στιγμή, επειδή υπήρχε περίπτωση να αιχμαλωτιστώ, έσπασα το όπλο μου στα βράχια, για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Ετοίμασα τις χειροβομβίδες, αν έρχονταν οι αντάρτες θα τις απελευθέρωνα και θα έπαιρνα όσους μπορούσα μαζί μου στον άλλο κόσμο.
Εμείς όταν πιάναμε αιχμαλώτους αντάρτες, αν δεν μας έδιναν χρήσιμες πληροφορίες, τους σκοτώναμε αμέσως. Είδα με τα μάτια μου στρατιώτες να σκοτώνουν αιχμαλώτους και να κομματιάζουν τα πτώματά τους. Κάποια στιγμή, όταν είδα μια τέτοια σκηνή, πήγα και έκανα εμετό. Τότε ήλθε ο λοχίας και μου είπε: «Εσύ είσαι άντρας, είσαι Τούρκος! Γιατί φοβάσαι, γιατί κάνεις εμετό;». Έκαναν βασανιστήρια ακόμα και στα πτώματα, για να μας κάνουν να χάσουμε κάθε αίσθηση και να σκεφτόμαστε μόνο τον πόλεμο. Με άλλα λόγια, όταν έπεφτε στα χέρια τους ένας αντάρτης, αν δεν γινόταν προδότης, τον σκότωναν στη στιγμή.

«Πήγαμε και κάψαμε ένα χωριό που μας έδινε ψωμί»

Έγινα μάρτυρας πυρπόλησης ενός χωριού στο Γκαμπάρ. Το ότι μας έδιναν ψωμί δεν ήταν αρκετό. Υπήρχαν ορισμένοι που δεν δέχονταν να γίνουν πολιτοφύλακες και παρέμεναν στο χωριό. Αυτά τα χωριά ήταν πάντα στόχος για το στρατό. Ο στόχος ήταν τα χωριά αυτά να εκκενωθούν.
Κάποια μέρα πήγαμε σε ένα τέτοιο χωριό με τη δική μου περίπολο και ζητήσαμε τρόφιμα. Ένα άτομο προχωρημένης ηλικίας μάς έδωσε μέλι, αμύγδαλα και μάλλινες κάλτσες, χωρίς να δεχτεί να πάρει λεφτά.
«Γιατί, τι σας κάναμε;»
Εκείνο το βράδυ έγινε σύσκεψη στη μονάδα μας. Το θέμα ήταν εκείνο το χωριό. Παρά τις συστάσεις και τις πιέσεις, οι άνθρωποι δεν εγκατέλειπαν το χωριό. Την άλλη μέρα πήγαμε στο χωριό και το κάψαμε. Οι άνθρωποι βγήκαν από τα σπίτια τους και μας παρακαλούσαν: «Γιατί, τι σας κάναμε;». Κανείς δεν τους άκουγε.
Εγώ έψαξα εκείνο τον γέρο που μας έδωσε τα τρόφιμα και τις κάλτσες, με σκοπό να τον προστατέψω. Δεν τον είδα. Είδα όμως το σπίτι του να καίγεται. Το χωριό όλο κάηκε και οι άνθρωποι αναγκαστικά το εγκατέλειψαν.

«Οι Γκρίζοι Λύκοι ήταν οι ήρωές μου»

Εγώ μεγάλωσα στην Παύρα της Αμισού. Εκεί εμείς θαυμάζαμε τους μεγάλους που χτυπούσαν και σκότωναν αριστερούς. Ήταν οι ήρωές μας. Ο Γιασάρ ήταν ο ήρωάς μας. Συγκρουόταν ακόμα και με την αστυνομία. Όταν ήμουν μικρός, βρέθηκα σε μια τέτοια συμπλοκή των Γκρίζων Λύκων με την αστυνομία. Ο Γιασάρ με έπιασε και με απομάκρυνε. Ήταν ο ήρωάς μου. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Από τη μια σκότωναν αριστερούς και από την άλλη συγκρούονταν με την αστυνομία. Έτσι τους ακολουθούσα παντού, στο σχολείο, το τζαμί. Στα τζαμιά πάντα έβριζαν τους Κούρδους κι εμείς υπερηφανευόμασταν γι’ αυτό.

Τελικά τι έγινε εκεί που ήσουν τραυματισμένος;

Ξεκουράστηκα λίγο και μετά προσπάθησα να βγω σε ένα μέρος για να με βρουν οι συνάδελφοί μου. Δεν μπορούσα να ανεβώ στη χαράδρα και σύρθηκα στο ρέμα. Εκεί στο ρέμα υπήρχε ένα σπίτι. Οι ένοικοί του το είχαν εγκαταλείψει, όπως είχαν εγκαταλείψει και το χωριό. Εκεί ξεκουράστηκα. Μετά έφυγα και βρήκα μια σπηλιά. Εκεί πέρασε η δεύτερη βραδιά. Έχανα αίμα, και κάποια στιγμή έχασα τις αισθήσεις μου. Κάποια γυναίκα από τους αντάρτες με βρήκε λιπόθυμο ενώ μάζευε ξύλα για το φαγητό. Φώναξε τους αντάρτες. Εγώ προσπάθησα να πάρω στα χέρια μου τις χειροβομβίδες, όμως δεν είχα δύναμη. Ήλθαν οι αντάρτες και μου τις πήραν.

«Δεν δέχτηκα να μου θεραπεύσουν το τραύμα μου»

Εκείνοι που με έπιασαν αιχμάλωτο ήταν τρεις ομάδες ανταρτών, περί τα 60 άτομα. Ήμασταν κοντά στα σύνορα με το Ιράκ. Με μετέφεραν κάπου και μου πρότειναν να θεραπεύσουν το τραύμα μου. Δεν το δέχτηκα. Μου πρόσφεραν και φαγητό και δεν το δέχτηκα. Ήρθε ο γιατρός της μονάδας των ανταρτών. Και πάλι δεν δέχτηκα θεραπεία και επίδεση του τραύματός μου. Αυτά, μέχρι να καταλάβω τι πραγματικά γίνεται και ποιους πραγματικά εξυπηρετεί ο πόλεμος.

Πηγή: devrimci karadeniz.com, 14 Δεκεμβρίου 2014. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφ. Ποντιακή Γνώμη, Δεκ. 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου