Σάββατο 2 Απριλίου 2016

O τάφος του Αυτοκράτορος Βασιλείου Β’, του Βουλγαροκτόνου και η «Φλογέρα του Βασιλιά»

Η Σαρκοφάγος του Βασιλείου Β’
στο Έβδομον
Όταν οι Έλληνες ανέκτησαν την Πόλη από τούς Λατίνους το 1261, βρήκαν στο νεκροταφείο πεταμένο, ένα σκελετό στον οποίο οι Φράγκοι είχαν βάλει περιπαικτικά στο στόμα μία φλογέρα. Δίπλα στον σκελετό, ήταν παραβιασμένος και συλημένος ένας τάφος με μία επιγραφή πού έγραφε:
«Βασίλειος Πιστός Ἐν Χριστῷ Τῷ Θεῷ Βασιλεύς Αὐτοκράτωρ Ρωμαίων».
Ήταν ο σκελετός του ανθρώπου, πού έδωσε στο Ελληνικό Μεσαιωνικό κράτος την μεγαλύτερη δόξα πού γνώρισε ποτέ. Ήταν ο άνθρωπος πού πολεμώντας στην πρώτη γραμμή του μετώπου μέχρι τα βαθιά του γεράματα, έσωσε την Μακεδονία από τούς Βούλγαρους εισβολείς, πού απώθησε τούς Άραβες και τούς Αιγύπτιους από την Μικρά Ασία και τούς Σαρακηνούς από την Καλαβρία και εκείνος πού κυνήγησε αλύπητα την παντοδύναμη αριστοκρατία προς όφελος των ακτημόνων και των αδυνάτων, ενώ παράλληλα γέμισε τα ταμεία του κράτους.

ΤΟ ΤΑΦΙΚΟΝ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Στίχοι ἐπιτάφιοι εἰς τὸν τάφον κυροῦ
Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου καὶ βασιλέως.
Ἄλλοι μὲν ἄλλῃ τῶν πάλαι βασιλέων
αὑτοῖς προαφώρισαν εἰς ταφὴν τόπους,
ἐγὼ δὲ Βασίλειος, πορφύρας γόνος,
ἵστημι τύμβον ἐν τόπῳ γῆς Ἑβδόμου
καὶ σαββατίζω τῶν ἀμετρήτων πόνων
οὓς ἐν μάχαις ἔστεργον, οὓς ἐκαρτέρουν·
οὐ γάρ τις εἶδεν ἠρεμοῦν ἐμὸν δόρυ,
ἀφ’ οὗ βασιλεὺς οὐρανῶν κέκληκέ με
αὐτοκράτορα γῆς, μέγαν βασιλέα·
ἀλλ’ ἀγρυπνῶν ἅπαντα τὸν ζωῆς χρόνον
Ῥώμης τὰ τέκνα τῆς Νέας ἐρυόμην
ὁτὲ στρατεύων ἀνδρικῶς πρὸς ἑσπέραν,
ὁτὲ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς τῆς ἕω,
ἱστῶν τρόπαια πανταχοῦ γῆς μυρία·
καὶ μαρτυροῦσι τοῦτο Πέρσαι καὶ Σκύθαι,
σὺν οἷς Ἀβασγός, Ἰσμαήλ, Ἄραψ, Ἴβηρ·
καὶ νῦν ὁρῶν, ἄνθρωπε, τόνδε τὸν τάφον
εὐχαῖς ἀμείβου τὰς ἐμὰς στρατηγίας.

Η ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ

του Κωστή Παλαμά

Το ποίημα του Κ. Παλαμά «'Η Φλογέρα του βασιλιά» (1910) διαδραματίζεται στο Βυζάντιο και αφηγείται το ταξίδι του Βασίλειου Β' ("Βουλγαροκτόνου") στην Αθήνα.
Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή τη σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Η έμπνευση της Φλογέρας του Βασιλιά είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως το Μακεδονικού Αγώνα.
Η ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ
ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
[...]Και μιάν αυγή ανοιξιάτικη, χυτή στην ώρια πλάση,
στους Κόρφους και στους Βόσπορους και σ' όλα τα ακρογιάλια
σα σε ξωθιάς αερόκορμο πορφύρα μιάς αυγούστας,
κ' ήρθε, δεν ξέρω κι απο ποιά βουλή και απο ποια μοίρα,
κι αποκοιμήθηκε αλαφρά των πολεμάρχων η έγνοια
και αποκαρώθη του κλεισμού για μια στιγμή το πείσμα,
του Λογοθέτη σύντροφοι, του βασιλιά νομάτοι,
σπαθάρηδες, δομέστικοι, σεργέντες, ασικρίτες,
βρεθήκανε ξεφαντωτές και πήγαν πεζοδρόμοι
και σταματήσαν ίσα εκεί στο χάλασμα · και ο τόπος
γέμισε απο μιλήματα και βρόντους χαροκόπων,
κυκλογυρίσματα έβλεπες, άκουες τραγούδια, και είταν
ξανάσασμα και γιόρτασμα. Κ' έξαφνα μέσα σε όλα,
σε μιά ώρα μυστηριακή, του απίστευτου γεννήτρα,
σπαθάρης νιός τριγυριστής ανοιχτομάτης ήρθε
και βρέθηκε σε ξαφνική, σε αλλότριαν όψη αγνάντια,
κ' έβγαλε μιά στριγγιά φωνή, και τρέξαν όλοι. Βλέπουν.
Κατά τον τοίχο στριμω[(γ)]μένο, σάμπως καρφωμένο,
στο πλάϊ μνημάτου ξέσκεπου, διαγουμισμένου, κάτι
που ξέγινε κι απο άνθρωπος, τραβώντας για να γίνη
σκέλεθρο, και μαυρόδειχνε στα κόκκαλά του απάνου
σκουλικιασμένο το πετσί, κορμιού στερνή κατάντια.
Ακέριος. Μαύρος και γυμνός και ασύγκριτος και μέγας.
Τίποτε δεν τ' απόμενε, και μοναχά βαστούσε
στην τρύπα που είταν άλλοτε το στόμα, μιά φλογέρα.
Κ' έλεες, ολόρθος έστεκε, πρόθυμος για ν' ανοίξη
στο πιο παράξενο όραμα την πύλη του άλλου κόσμου,
και να το κάμη, φέρνοντάς το εδώ, βραχνά της πλάσης
και της φλογέρας λαλητής να γίνη, για να σύρουν
αγνάντια του και γύρω του σπαθάρηδες, στρατιώτες,
ασικρίτες, δομέστικοι, πρωτοστρατόριοι, αρχόντοι,
του Λογοθέτη οι σύντροφοι, του βασιλιά οι νομάτοι
γοργά τα πόδια σε χορό συρμένο απο δαιμόνους.
Και το ξεφάντωμα άλλαξε, γίνηκε αγκούσα · τρόμος
θρησκευτικός το ξέγνοιαστο πετρώνει πανηγύρι,
κι όλοι, στο φάντασμα μπροστά, κοπάδι που το δένει
μεσ' απ' των ίσκιων το λαό του αξήγητου η καδένα.
[...]
Κ' ένα σάλεμα σάλεψε στα ολόβαθα του νου τους
και στην καρδιά τους μια φωνή · κ' ετσ' η φωνή μιλούσε:
«Στρατιώτες και σπαθάρηδες, τουρμάρχες και σεργέντες,
του Λογοθέτη οι σύντροφοι, του βασιλιά οι νομάτοι,
χαρά σ' εσάς κι αλίμονο σ' εσάς, του ξένου διώχτες!
Άγριο κι αν είναι το όραμα, καλό είναι το σημάδι».
[...]
Και σίμωσε κι ο Λογοθέτης κ' έκαμε πως θέλει
ν' απλώση προς το σκέλεθρο το χέρι για να βγάλη
την περιπαίχτρα τη φλογέρα απο το στόμα του · όμως
δεν πρόφτασε το χέρι του να γγίξη τη φλογέρα ·
τους συνεπαίρνει απίστευτο γρίκημα, πιο μεγάλο
θάμα · η φλογέρα, και μιλά και λέει και την ακούνε.
Και χύθηκ' ένα απέραντο κελάϊδισμα, σα νάχαν
όλα σωπάσει γύρω τους, κι ας είχαν όλα αλλάξει,
και στόμα γίναν και φωνή κ' ένα τραγούδι πλέξαν.
Κ' έτσι αχολόγαε κ' η φωνή και μίλαε το σουραύλι:
- Είμαι η φλογέρα εγώ, επική, προφητικό καλάμι.
Εγώ είμαι αλλαδερφή της Κλειώς και γλώσσα της Καλλιόπης.
Με μάτιασε της Σίβυλλας εμέ η ματιά κι ακόμα
μου σκούζει μεσ' στα σωθικά το σκούσμα της Κασσάντρας.
Σαν την Εκάβη θρήνησα κι άκουσα της Γοργόνας
της μυθικής το ρώτημα το αψύ προς τα καράβια:
«Ζη ο βασιλάς Αλέξαντρος;» Κ' εγώ ειμ' η απόκριση · είπα:
«Δέσποινα, ζη και ζώνεται, δικός μας είναι πάντα!»
Έπαιξα εγώ της Μαξιμώς και χόρεψε · του Ακρίτα
ξεσκέπασα τη λεβεντιά και τον παράδωκα ίσα
προς τους καιρούς αθάνατο · και οι Μοίρες με μοίραναν
όλες · πρωτοφανέρωτη στη δόξα της Αθήνας,
απο τη Ρώμη πέρασα και ρίζωσα στην Πόλη.
Σαν κύκνο, Ευρώτα, μ' έλουσες, και οι ροδοδάφνες σου
άξια κανοναρχούσαν, κ' έψελνα. Και μ' έβρεξε και ο Κύδνος
που ακόμα απο τ' αντίφεγγο της Κλεοπάτρας φέγγει.
Γεννήτρες μου ειν' οι μυστικές και οι φοβερές Μητέρες.
Φλογέρα η γλώσσα κ' η όψη μου · μα χίλιες όψεις παίρνω,
και το τραγούδι μου χρησμός και η μουσική μου νόμος.
Με τα φτερούγια του όνειρου κι αβάσταγα πετώντας
περνώ αποπάνου απο καιρούς και απο τους τόπους πέρα
με πας, καράβι, δαίμονα του πέλαου, Φαντασία.
Γίνομαι σάλπιγγα, σαλπίζω απάνου απο τους τάφους,
τους πεθαμμένους ξαγρυπνώ, το δρόμο τους ρυθμίζω,
και το κορμί του τωρινού στο περασμένο δίνω,
και φέρνω σας και τ' αυριανά με πρώϊμη γέννα ομπρός σας.
Τον άλλο κόσμο εγώ χω αρχή, τέλος τον κόσμον όλο,
γιομίζω τον αέρα αχός, μ' ακούν, τ'αυτιά γητεύω,
κι απ' τον αχό περνώ στο φως και πουθενά δε στέκω,
και ζωγραφιά τη μουσική, τον ήχο στίχο κάνω,
και το πουλί είμαι που λαλά μ' ανθρώπινη λαλίτσα
και με λαλιά υπεράνθρωπη · κι ακούστε με, κι ακούστε.
Μην τρέμετε · είμαι η ταπεινή, κ' εγώ είμαι όλου του κόσμου,
κ' εγώ είμαι η βλάχα η όμορφη, κ' η βλάχα η παινεμένη.

https://averoph.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου